Thursday, November 01, 2012

Παντελής Πουλιόπουλος Για τον Φασισμο

Παντελής Πουλιόπουλος


Η ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΤΗΣ 4ης ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

(Γράφτηκε τον Ιούλη του 1939 στην Ακροναυπλία - απόσπασμα)



1. Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου έκλεισε τα τρία της χρόνια. Στο διάστημα αυτό τα κοινοβουλευτικά αστικά κόμματα εξαφανίστηκαν από την πολιτική σκηνή. Οι οργανώσεις της εργατικής τάξης διαλυθήκανε και οι περισσότεροι αγωνιστές της είναι εξόριστοι και φυλακισμένοι. Το προλεταριάτο δεν φανέρωσε καμιά αντίσταση. Ο Μεταξάς οργάνωσε εθνικά εργατικά σωματεία και τους αγροτικούς συνεταιρισμούς με βάση την «ηγετική αρχή» και τη φασιστική ιεραρχία όπως ο Μουσολίνι και ο Χίτλερ. Οργανώνει κάθε τόσο συγκεντρώσεις λαϊκές όπου τον ανακηρύσσουνε πρώτο εργάτη, πρώτο αγρότη κλπ. της χώρας. Στη Διοίκηση, στην Εκπαίδευση, ακόμα και στην Εκκλησία, εφαρμόζει την ίδια γραφειοκρατική απολυταρχία διαμέσου διορισμένων ηγετών. Ακολουθεί συστηματικά την ολοκληρωτική πολιτική της αυτάρκειας στο οικονομικό πεδίο, απαράλλαχτα όπως ο φασισμός, και δεν παρέλειψε ευκαιρία που να μη δείξει και έμπρακτα τη συμπάθεια του στις φασιστικές χώρες –στο εξωτερικό εμπόριο μέχρι και σήμερα ακόμα απέναντι στους νάτσηδες. Στον τύπο τον διευθυνόμενο, στα σχολεία, στα πανεπιστήμια, παντού, διαδίδει κάθε μέρα την ιδεολογία του κυρίαρχου «ολοκληρωτικού» κράτους, του αντικομμουνισμού, του αντιφιλελευθερισμού και της αντικαπιταλιστικής δημαγωγίας. Τέλος δημιούργησε τις φάλαγγες, σώματα παραστρατιωτικά, σαν τις αντίστοιχες οργανώσεις του εθνικοσοσιαλισμού και του φασισμού. Όλη η πολιτική ζωή της χώρας συγκεντρώνεται κάθε φορά στο τι θα πει και τι θα κάνει ο Μεταξάς. Έτσι η Ελλάδα έγινε κι αυτή μια χώρα φασιστική, με Ντούτσε ή Φύρερ τον Ι. Μεταξά.

Τέτοιες (όπως η παραπάνω – σημείωση G.) διαπιστώσεις και τέτοιο χαρακτηρισμό έκανε ο σταλινισμός. Τέτοιον και μερικοί τεταρτοδιεθνιστές.



2. Ο σταλινισμός δεν χρειάστηκε τόσα πολλά σημάδια για να ιδεί το φασισμό στα βασιλικά διατάγματα που τη νύχτα της 4ης Αυγούστου 1936 διαλύανε το κοινοβούλιο. Από τον καιρό των περιβόητων «δίδυμων αδερφών» [φασισμός = (σοσιαλ) δημοκρατία] και του «φασίστα» Μπρίνιγκ, και πριν ακόμα, είχανε κιόλας χαρακτηρίσει έτσι, κατά καιρούς, και το Βενιζέλο και τον Κονδύλη και τον Τσαλδάρη και κάθε κυβέρνηση που είχε πάρει μέτρα αντιεργατικά ή απλώς παραβιαστικά των λεγομένων δημοκρατικών ελευθεριών της αστικής δημοκρατίας ή του κοινοβουλίου. Οι ηγετικοί σύντροφοι της αδελφής Οργάνωσης Κ.Δ.Ε.Ε. (Κομμουνιστική Διεθνιστική Ένωση Ελλάδας – σημείωση G.) χρειάστηκε να περάσουνε μερικοί μήνες ύστερα από την 4η Αυγούστου, για να φτάσουνε στον ίδιο χαρακτηρισμό και για να βγάλουν απ’ αυτόνε μια σειρά «νέων πολιτικών καθηκόντων μας» που τα βάλανε σαν πρόγραμμα, να πούμε, στο «Εργατικό Διεθνιστικό Κόμμα της Ελλάδας», όπως τότε ανακηρύχτηκαν επίσημα με το παράνομο δελτίο τους. Τα «καθήκοντα» αυτά συνοψίζονταν στο ότι ο πολιτικός ρεαλισμός μας επιβάλλει απέναντι στο στερεωμένο πια με την ήττα των εργατών φασιστικό καθεστώς να περιοριστούμε απλώς στην κομμουνιστική προπαγάνδα, στη δημιουργία στελεχών μέσα στην παρανομία και να περιμένομε κυρίως εξωτερικές νίκες του ευρωπαϊκού προλεταριάτου για να ξαναβάλουμε πολιτικά συνθήματα δράσης κατά της Δικτατορίας σαν εκείνα που ως τώρα είχαμε. Και αφού παρενέπεσαν από τότε οι ήττες στην Ισπανία και Γαλλία, η έλλειψη πολιτικών δυνατοτήτων δράσης μαζικής κατά της Δικτατορίας για αόριστο ακόμα διάστημα γίνεται πιο φανερή.



Διαφορετικά είναι τα συμπεράσματα πού ’βγαλε ο σταλινισμός από τον ίδιον αυτό χαρακτηρισμό της κυβέρνησης της 4ης Αυγούστου: Αφού το ΚΚΕ, προδίνοντας τους εξεγερμένους εργάτες της Θεσσαλονίκης στις 9 Μαΐου 1936 στους υποστηριχτές του Μεταξά Φιλελεύθερους και στηρίζοντας στη Βουλή το Σοφούλη –που έδινε την εξουσία στο στρατηγό Μεταξά– βοήθησε πρώτα όσο μπορούσε για να επιβληθεί η δικτατορία της 4ης Αυγούστου, τώρα, σφουγγοκωλάριος των αστικών κομμάτων, εκλιπαρεί τη συμμαχία τους κατά της Δικτατορίας, ενώ αυτά το κλωτσάνε. Ανυψώνει σε «αντιφασίστες δημοκράτες» αντιδραστικούς αξιωματικούς και υπερθεματίζει στο σωβινισμό του Μεταξά με απερίγραφτη σοσιαλπατριωτική κυνικότητα.



3. Αποτέλεσμα πραχτικό της πρώτης «αντιφασιστικής» πολιτικής: Ολική έκλειψη της τεταρτοδιεθνιστικής ομάδας Κ.Δ.Ε.Ε. από το πρώτο κιόλας εξάμηνο της Δικτατορίας. Είναι πλάνη φανερή να νομίζομε ότι μόνο στην αριθμητική και οργανωτική αδυναμία της οργάνωσης αυτής οφείλεται η πλήρης αφάνεια της από τις αρχές του 1937, μολονότι και ηγέτες της ήταν ελεύθεροι καθώς και μέλη της, και τα τεχνικά της μέσα πολύ επαρκή για λίγα τουλάχιστο παράνομα έντυπα. Το πνεύμα με το οποίο είχανε διαποτιστεί αυτοί οι σύντροφοι ήτανε ντεφετιστικό, πνεύμα πολιτικής απάθειας και μηδενισμού: «δεν γίνεται τίποτε».



Αποτέλεσμα πραχτικό του σταλινικού «αντιφασισμού»: Τα 90% της Κ.Ε., των μελών, κεντρικών και τοπικών στελεχών του ΚΚΕ, ο κοινοβουλευτικός ηγέτης του, ο υπαρχηγός του, βουλευτές και η πλειονότητα των υποψήφιων βουλευτών του και περιφερειακών επιτρόπων του, θεωρητικοί ηγέτες (Π.χ Γληνός. Ήταν ελεύθερος στην Αθήνα, προφανώς με την υπόσχεσή ότι δεν θα ενοχλήσει την κυβέρνηση – σημείωση G.), έγιναν εξωμότες, δήλωσαν επίσημα προσχώρηση στην «πατριωτική πολιτική» της Δικτατορίας «για την υπεράσπιση των συνόρων από τους εξωτερικούς και εσωτερικούς εχθρούς» και αθρόα στρατολογηθήκανε στη μεταξική Οχράνα. Το Σύμφωνο Σκλάβαινα-Σοφούλη βρήκε τη λογική συνέπεια και συνέχεια του στα Σύμφωνο Σκλάβαινα-Μεταξά, κι αυτό προτού περάσει πολύς καιρός αφότου το ΚΚΕ, πρώτο απ’ όλα τα δημοκρατικά κόμματα της χώρας, έσφιγγε στο Παλάτι το χέρι του φιλελεύθερου αγγλοφερμένου Γεωργίου Β.



4. Αν το προλεταριάτο της χώρας είχε να διαλέξει ανάμεσα στις δύο αυτές πολιτικές, την εργατομετωπική ηττοπάθεια και τη σταλινική σοσιαλ-προδοσία, θα στεκότανε σίγουρα απόλυτα ανίκανο να συντελέσει με τη δική του ανεξάρτητη πάλη στην ανατροπή της Δικτατορίας και να προχωρήσει στον ιστορικό δρόμο της οριστικής του απελευθέρωσης από τον καπιταλιστικό ζυγό. Νομίζομε πως τέτοιο δίλημμα δεν μπαίνει μπροστά του. Γιατί και οι πολιτικές διαπιστώσεις είναι σε μεγάλο βαθμό αβάσιμες και τα ηττοπαθή και σταλινικά συμπεράσματα ολωσδιόλου σφαλερά.



Αν μας λέγανε μονάχα ότι ένα καθεστώς που καταργεί το κοινοβούλιο και διαλύει τις εργατικές οργανώσεις πρέπει σήμερα να το λέμε φασισμό, όπως συνηθίσανε να κάνουν οι περισσότεροι φιλελεύθεροι αστοί σ’ όλες τις απολυταρχικές χώρες, θα ήτανε τότε ζήτημα απλώς να διαλέξουμε την καταλληλότερη προπαγανδιστική ονομασία. Αλλά το ζήτημα είναι όχι για το όνομα παρά για τις κοινωνικές βάσεις, τα πολιτικά στηρίγματα της σημερινής δικτατορικής κυβέρνησης στην Ελλάδα και για τα καθήκοντά μας απέναντι της. Και είναι γνωστό σε μας ότι η ασάφεια και τα διφορούμενα στους όρους που κάθε φορά χρησιμοποιούμε, κλείνουνε συνήθως μια εσφαλμένη ή συγχυσμένη αντίληψη για τις οριζόμενες καταστάσεις.



5. Όλοι βέβαια συμφωνάνε ότι υπάρχουνε διαφορές ανάμεσα στη δικτατορία της 4ης Αυγούστου και στο καθεστώς που επικρατεί σήμερα στη Γερμανία ή στην Ιταλία. Αλλά η αλήθεια είναι ότι εκείνα πού βασικά χαρακτηρίζουνε και τα δυο αυτά καθεστώτα δεν υπάρχουνε στην Ελλάδα, έτσι που κι αν αποφασίζαμε ακόμα να μιλήσομε για το «φασισμό της 4ης Αύγουστου», πάλι τα πολιτικά μας συμπεράσματα θα ήτανε πολύ διαφορετικά: Στις χώρες εκείνες η δικτατορία είναι ένα πρακτορείο του χρηματιστικού κεφαλαίου και των «μη χορτασμένων» ιμπεριαλιστών, που στηρίζεται όμως σε μια μεγάλη μαζική βάση: μικροαστικές (σκόνη του μεταπολέμου) και εργατικές ακόμα μάζες απογοητευμένες από την πείρα της δημοκρατίας (εργάτες απελπισμένοι, προσωρινά, από την επανάσταση που την πρόδωσαν οι σοσιαλδημοκράτες και οι σταλινικοί). Να από που βγήκαν οι μαζικές και παραστρατιωτικές οργανώσεις (όπου ακούμπησαν και ακουμπούνε σε μεγάλο βαθμό οι δικτατορίες αυτές) –από κει βγήκαν οι λυσσασμένοι γραφειοκράτες που συγκροτούνε φασιστικά και έθνικο-σοσιαλιστικά σωματεία και τις «συντεχνίες», ένα δήθεν νέο κράτος. Αυτή τη μαζική βάση, βέβαια, ο φασισμός μπορεί σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό να την καταχτήσει είτε πριν είτε μετά το πραξικόπημα του. Προϋποθέτει όμως οπωσδήποτε μια μακρά πείρα των μικροαστικών μαζών από τις ελευθερίες της αστικής δημοκρατίας και του αστικού κοινοβουλευτισμού και μια σχετική απογοήτευση τους στις συνθήκες της μεταπολεμικής χρεοκοπίας αυτού του κοινοβουλευτισμού. Είναι επίσης βέβαιο ότι τις μικροαστικές μάζες που τις εξαγριώνει και τις σπρώχνει κατά του προλεταριάτου, ο φασισμός τις εξαπατά και τις εξαθλιώνει αλλά τις συγκρατεί με μια καλά οργανωμένη κοινωνική και σοβινιστική δημαγωγία. Στις χώρες αυτές επίσης υπάρχουν από όλη την οικονομική και τεχνική τους διαρρύθμιση οι αντικειμενικές δυνατότητες να υποβληθούνε για ένα κάποιο διάστημα στους οικονομικούς πειραματισμούς της αντιδραστικής χίμαιρας πού λέγεται «ολοκληρωτική αυτάρκεια». Παρά τις διαμαρτυρίες ορισμένων κύκλων, η σαπισμένη κεφαλαιοκρατία των χωρών αυτών φτάνει, για τις ανάγκες των εξπανσιονιστικών (επεκτατικών – σημείωση G.) πολεμικών ετοιμασιών, να ανέχεται και να υποστηρίζει ακόμα την οικονομική αυτή πολιτική της απομόνωσης σαν μια κατάσταση ανάγκης. Σ’ αυτό το σύνολο οικονομικών, κοινωνικών και ιστορικών συνθηκών οφείλεται, κατά ένα γενικό τρόπο, η σχετική σταθερότητα των καθεστώτων αυτών ως τώρα. Αυτές εξηγούνε και τη βαθμιαία κατάκτηση της αστικής και μικροαστικής ιντελλιγκέντσιας (στη Γερμανία και πολλών Γιούνκερς: οι μεγάλοι γαιοκτήμονες στη Γερμανία – σημείωση G.) μέσα στα πολιτικά, διοικητικά, στρατιωτικά, εκπαιδευτικά επιτελεία του φασισμού. Έτσι ο φασισμός στις χώρες εκείνες έγινε πραγματικά το μοναδικό κόμμα της εθνικής μπουρζουαζίας, μόλο που αυτή διαρκώς αγαναχτεί για τα υπέρογκα έξοδα που της στοιχίζει ο υπερογκωμένος παρασιτικός μηχανισμός του φασισμού. Παρ’ όλα αυτά είναι γνωστό ότι το σύμπλεγμα από εσωτερικές αντιφάσεις, που έκφραση και επιστέγασμα τους είναι η φασιστική πυραμίδα, τον υπονομεύουνε, σωρεύονται περισσότερες και απειλητικότερες από την ίδια την πολιτική του και θα τινάξουνε την πυραμίδα με την επανάσταση ή τον πόλεμο.



6. Έξω από τα παραπάνω ουσιώδη γνωρίσματα, η ιδιαίτερη αυτή μορφή ταξικής απολυταρχίας του μονοπωλιακού καπιταλισμού, που λέγεται φασισμός, είναι ακατανόητη. Τον τέτοιο χαραχτήρα του φασισμού στη γένεσή του και στην ιστορική του εξέλιξη, μας τον έχει αναλύσει αριστοτεχνικά η Κ.Δ. στο Τρίτο και Τέταρτο Συνέδριό της και ο Τρότσκι από το 1931-1938 (σύγκριση φασισμού και σημερινού σοβιετικού καθεστώτος στο έργο του Προδομένη Επανάσταση). Ποτέ η Αριστερή Αντιπολίτευση και η Τέταρτη Διεθνής δεν κουράστηκε ως τώρα να τονίζει ότι δεν είναι φασισμός κάθε δικτατορία που διαλύει τις εργατικές οργανώσεις και χτυπάει τις δημοκρατικές ελευθερίες. Αν με το φασισμό συγχύσουμε κάθε άλλη μορφή απολυταρχίας, δεν συμβάλλουμε ούτε στη σαφέστερη κατανόηση των πολύμορφων αντιφατικών πολιτικών εξελίξεων που γεμίζουνε την εποχή μας, ούτε στον ακριβέστερο καθορισμό των αντίστοιχων καθηκόντων του επαναστατικού προλεταριάτου.



7. Ποιό από τα χαρακτηριστικά αυτά γνωρίσματα υπάρχει στην Ελλάδα ή στη Ρουμανία λ.χ. ή σ’ όποια άλλη χώρα της Βαλκανικής, όπου, με περισσότερο ή λιγότερο κουτσουρεμένα ή και καταργημένα τα κοινοβούλια, δικτατορεύουν οι Αυλές με τις στρατιωτικοπολιτικές τους κλίκες; Κανένα. Και γι’ αυτό, σωστά το όργανο του αδελφού γαλλικού Κόμματος πέρυσι γράφοντας για τη ρουμανική δικτατορία του Καρόλου την είπε όχι φασιστική άλλα βοναπαρτιστική. Κι αυτό, μολονότι είναι αλήθεια ότι τη δουλειά που κατά του εργατικού κινήματος την κάνει αλλού ο φασισμός, την κάνουν εδώ οι δικτατορίες των βασιλιάδων και των κλίκων τους. Κι αυτό, όσο κι αν πολλά τους μέτρα μπορούμε κι εμείς να τα πούμε φασιστικά. Γιατί, παρ’ όλο το ιστορικό τους συγχρονισμό και τους επηρεασμούς που δέχονται τα βοναπαρτιστικά καθεστώτα από το φασισμό, ωστόσο δεν διέπονται από τον ίδιο ιστορικό νόμο, ούτε οι τύχες τους ακολουθούνε τον ίδιο δρόμο.



Εδώ οι μάζες δεν πρόφτασαν να γνωρίσουνε με την ίδια τους την πείρα, όπως στη Δύση, δημοκρατία αστική και, άρα, να απογοητευθούνε από τα κοινοβούλια της, έτσι που να περάσουνε στην «αντεπαναστατική απελπισία». Διατηρούνε τις σχετικές αυταπάτες ανέπαφες σε πολύ μεγάλο βαθμό. Και μ’ όλη τη διάλυση των παλιών κομμάτων τους και μ’ όλη τη δυσπιστία σε πολλούς παλιούς αρχηγούς, η μεταξική φιλολογία τις αφήνει ασυγκίνητες, και περιμένουν ακόμα τα κόμματά τους στο βάθος της συνείδησης τους, αν και έχουν τώρα πέσει σε πολιτική απάθεια. Ότι ο Μεταξάς βάσταξε τρία χρόνια και όμως δεν μπόρεσε μ’ όλες τις λυσσασμένες και πολυέξοδες προσπάθειές του να κάνει ούτε καν υποτυπώδικα ένα κόμμα, ούτε ένα επιτελείο δικό του, ούτε καν ένα κυβερνητικό συγκρότημα –οι πολιτικοί φίλοι του τον άφησαν και στη σύνθεση η κυβέρνησή του μοιάζει σαν καράβι σε τρικυμισμένη θάλασσα που κάθε τόσο πετάει στη θάλασσα τους επιβάτες του– αυτό ίσα-ίσα δείχνει πόσο άστοχη υπερτίμηση των δυνάμεων της δικτατορίας αυτής κρύβει ο χαρακτηρισμός της σαν φασισμού.

No comments: